Μήνυμα Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου 2018, από τον Simon McBurney




Ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου καθιερώθηκε το 1962 από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου (Δ.Ι.Θ.). Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 27 Μαρτίου από την παγκόσμια θεατρική κοινότητα. Το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Δ.Ι.Θ. επιλέγει κάθε φορά από μια χώρα-μέλος του μια διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα του θεάτρου για να γράψει μήνυμα, το οποίο διαβάζεται σε όλα τα θέατρα και μεταδίδεται από τα Μ.Μ.Ε. σε όλο τον κόσμο. Το μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου έχουν γράψει μεταξύ άλλων οι: Ζαν Κοκτώ, Άρθουρ Μίλλερ, Λώρενς Ολίβιε, Ζαν Λουί Μπαρώ, Πήτερ Μπρουκ, Πάμπλο Νερούδα, Ευγένιος Ιονέσκο, Λουκίνο Βισκόντι, Μάρτιν Έσλιν, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Τζον Μάλκοβιτς, Ντάριο Φο κ.ά.

Φέτος το μήνυμα έγραψε ο Simon McBurney, ηθοποιός, συγγραφέας, σκηνοθέτης και συνιδρυτής του Théâtre de Complicité 

Το μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου διαβάζεται σε κάθε θέατρο πριν από την παράσταση της 27ης Μαρτίου.

ΜΗΝΥΜΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΘΕΑΤΡΟΥ
από τον Simon McBurney


Μισό μίλι από τις Κυρηναϊκές ακτές, στη Βόρεια Λιβύη, βρίσκεται ένα τεράστιο βραχώδες καταφύγιο. 80 μέτρα πλάτος και 20 ύψος. Στην τοπική διάλεκτο το λένε Hauh Fteah. Το 1951 μια ραδιοχρονολόγηση έδειξε αδιάκοπη ανθρώπινη δραστηριότητα για τουλάχιστον 10.000 χρόνια. Ανάμεσα στα χειροποίητα αντικείμενα που ήρθαν στο φως ήταν ένα οστέινο φλάουτο, που χρονολογείται ανάμεσα σε 40 και 70.000 χρόνια. Σαν παιδί, όταν το άκουσα αυτό, ρώτησα τον πατέρα μου:

“Οι άνθρωποι τότε είχαν μουσική;”
Μου χαμογέλασε.
“Όπως όλες οι ανθρώπινες κοινότητες”.

Ήταν αρχαιολόγος με ειδίκευση στην Προϊστορία, ο πρώτος που έκανε ανασκαφές στο Hauh Fteah στην Κυρηναϊκή.

Είναι μεγάλη μου τιμή και νιώθω ευτυχής που είμαι ο Ευρωπαίος εκπρόσωπος της φετινής Παγκόσμιας Ημέρας του Θεάτρου.

Το 1963, ο προκάτοχός μου, ο μεγάλος Arthur Miller, καθώς η απειλή ενός πυρηνικού πολέμου έπεφτε βαριά στον κόσμο, είχε πει: “Όταν ζητούν να γράψεις σε μια εποχή, όπου η διπλωματία και η πολιτική διαθέτουν τόσο τραγικά ανίσχυρα και περιορισμένα μέσα, η επισφαλής και, μερικές φορές, όψιμη εμβέλεια της τέχνης πρέπει να αντέχει το βαρύ καθήκον να διατηρεί τους δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους”.

Το θέατρο της Επιδαύρου

Το νόημα της λέξης Drama προέρχεται από το Ελληνικό “δρᾶν”, που σημαίνει “ενεργώ”…και η λέξη θέατρο γεννιέται από το Ελληνικό “Θέατρον”, που στην κυριολεξία σημαίνει τον χώρο όπου κάποιος θεάται (βλέπει, παρατηρεί). Έναν χώρο, όπου όχι μόνο κοιτάζουμε, αλλά βλέπουμε, λαμβάνουμε και αντιλαμβανόμαστε. 2400 χρόνια πριν ο Πολύκλειτος ο νεότερος σχεδίασε το σπουδαίο θέατρο της Επιδαύρου. Αυτό το υπαίθριο θέατρο, που μπορούσε να φιλοξενήσει μέχρι 14.000 ανθρώπους, διέθετε μια ακουστική αξιοθαύμαστη. Ένα άναμμα σπίρτου στο κέντρο της σκηνής μπορεί να ακουστεί σε όλες τις 14.000 θέσεις. Όπως συνηθιζόταν στα Ελληνικά θέατρα, όταν έβλεπες τους ηθοποιούς έβλεπες μαζί και το τοπίο γύρω από το θέατρο και πέρα στον ορίζοντα. Μέσα σε εκείνο συγκεντρώθηκαν ταυτόχρονα όχι μόνο ορισμένες όψεις του Ελληνικού Κόσμου, η κοινότητα, το θέατρο και το φυσικό τοπίο, αλλά συνενώθηκαν και όλες οι εποχές.

Καθώς το έργο ανέσυρε στο παρόν παλιούς μύθους, μπορούσες να κοιτάξεις πάνω από τη σκηνή, σε εκείνο που θα ήταν το απώτερο μέλλον σου. Στη Φύση.
Μια από τις πλέον αξιοσημείωτες αποκαλύψεις της ανοικοδόμησης του σαιξπηρικού Globe στο Λονδίνο σχετίζεται και με αυτό που βλέπεις. Η αποκάλυψη αυτή έχει να κάνει με το φως. Σκηνή και αμφιθέατρο φωτίζονται το ίδιο. Καλλιτέχνες και κοινό μπορούν να κοιτάζονται μεταξύ τους. Πάντα. Όπου και να στρέψεις το βλέμμα βλέπεις ανθρώπους. Και ένα από τα επακόλουθα είναι η υπενθύμιση πως οι σπουδαίοι μονόλογοι, όπως, ας πούμε, του Άμλετ ή του Μάκβεθ δεν ήταν απλά προσωπικοί στοχασμοί αλλά δημόσιος διάλογος.

Ζούμε σε εποχή που είναι δύσκολο να δούμε καθαρά. Σε καμία άλλη στιγμή της Ιστορίας ή της Προϊστορίας δεν μάς περιέβαλλε περισσότερο η μυθοπλασία. Κάθε “γεγονός” μπορεί να αμφισβητηθεί, ένα ανέκδοτο μπορεί να επιβάλλεται στην προσοχή μας ως “αλήθεια”. Είναι όμως ένα συγκεκριμένο αποκύημα της φαντασίας, που μας περιβάλλει διαρκώς. Εκείνο που ζητά να μας χωρίσει. Από την αλήθεια. Να σπείρει τον διχασμό ανάμεσά μας. Έτσι που να είμαστε χωρισμένοι. Οι άνθρωποι από τους ανθρώπους. Οι γυναίκες από τους άντρες. Τα ανθρώπινα όντα από τη φύση.

Την ίδια, όμως, στιγμή που ζούμε σε καιρούς διχασμού και κατακερματισμού, ζούμε και σε εποχή τεράστιας κίνησης. Περισσότερο από ποτέ στην Ιστορία, οι άνθρωποι μετακινούνται, πολύ συχνά τρέπονται σε φυγή, περπατούν, στην ανάγκη, κολυμπούν, μεταναστεύουν παντού στον κόσμο. Και αυτό είναι μόνο η αρχή. Η απάντηση, όπως γνωρίζουμε, είναι να κλείσουμε τα σύνορα. Να υψώσουμε τείχη. Να αποκλείσουμε. Να απομονώσουμε. Ζούμε σε μία παγκόσμια τάξη που είναι τυραννική, όπου η αδιαφορία είναι το νόμισμα και η ελπίδα το παράνομο εμπόρευμα. Και κομμάτι αυτής της τυραννίας είναι ο έλεγχος, όχι μόνο του χώρου αλλά και του χρόνου. Η εποχή που ζούμε απέχει από το παρόν. Εστιάζει στο πρόσφατο παρελθόν και στο κοντινό μέλλον. Δεν το έχω αυτό. Θα το αγοράσω. Τώρα το αγόρασα, χρειάζομαι το επόμενο…πράγμα. Το μακρινό παρελθόν έχει ακυρωθεί. Το μέλλον είναι χωρίς επιπτώσεις.

Υπάρχουν πολλοί που λένε πως το θέατρο δεν πρόκειται, ούτε μπορεί να αλλάξει κάτι από όλα αυτά. Όμως το θέατρο δεν θα φύγει. Γιατί το θέατρο είναι χώρος. Καταφύγιο, τολμώ να πω. Εκεί όπου οι άνθρωποι συναθροίζονται και αμέσως σχηματίζουν κοινότητες. Όπως κάνουμε πάντα. Κάθε θέατρο έχει το μέγεθος των πρώτων ανθρώπινων κοινοτήτων, από 50 μέχρι 14.000 ψυχές. Από ένα νομαδικό καραβάνι μέχρι κάποια στην Αρχαία Αθήνα.

Κι επειδή το θέατρο υπάρχει μόνο στο παρόν, αυτή την καταστροφική όψη της εποχής την αψηφά. Για το θέατρο το ζήτημα είναι πάντοτε η παρούσα στιγμή. Τα νοήματά του χτίζονται με κοινή δράση ανάμεσα στον ερμηνευτή και το κοινό. Όχι μονάχα εδώ, αλλά και τώρα. Το κοινό δεν θα μπορούσε να πιστέψει δίχως τη δράση του καλλιτέχνη. Και χωρίς την πίστη του κοινού η ερμηνεία δεν θα ήταν ολοκληρωμένη. Γελάμε την ίδια στιγμή. Συγκινούμαστε. Μέσα στη σιωπή κόβεται η ανάσα μας ή μας διαπερνά ένα σοκ. Και ακριβώς τότε, μέσα από το δράμα, ανακαλύπτουμε την πιο ουσιαστική αλήθεια: πως αυτό το μύχιο στοιχείο που θεωρούσαμε πως μας χωρίζει, το όριο της ατομικής μας συνείδησης, είναι κάτι που δε γνωρίζει σύνορα. Είναι κάτι που μοιραζόμαστε.

Κανείς δεν μπορεί να μας σταματήσει. Κάθε βράδυ θα είμαστε πάλι στη σκηνή. Κάθε βράδυ ηθοποιοί και κοινό θα είναι ξανά όλοι μαζί και το ίδιο έργο θα ξαναπαίζεται. Γιατί, όπως είπε (ο Βρετανός κριτικός, συγγραφέας, ποιητής και καλλιτέχνης) Τζον Μπέργκερ, “βαθιά μέσα στη φύση του θεάτρου υπάρχει ριζωμένη μια αίσθηση τελετουργικής επιστροφής”, γι’ αυτό, άλλωστε, είναι και η τέχνη των ανθρώπων των απογυμνωμένων, αυτό που, τελικά, είμαστε όλοι εμείς μέσα σε ένα κόσμο διαλυμένο. Όσο υπάρχουν καλλιτέχνες και ακροατήρια, όλο και θα λέγονται ιστορίες επάνω στη σκηνή, που πουθενά αλλού δεν θα μπορούν να ειπωθούν, είτε σε όπερες, είτε στα θέατρα των μεγαλουπόλεων ή ακόμα και σε στρατόπεδα φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων στη Βόρεια Λιβύη, αλλά και σε κάθε γωνιά στον κόσμο. Σε αυτή την αναπαράσταση θα είμαστε πάντοτε δεμένοι, συλλογικά.

Και αν βρισκόμασταν στην Επίδαυρο θα μπορούσαμε να σηκώσουμε τα μάτια για να δούμε πως όλο αυτό το μοιραζόμαστε με το τοπίο πέρα στον ορίζοντα. Να δούμε πως είμαστε πάντοτε κομμάτι της φύσης, πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή, όπως δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε και από τον πλανήτη. Ή αν ίσως πάλι βρισκόμασταν στο Globe, θα βλέπαμε πόσο ξεκάθαρα τίθενται σε όλους εμάς εσώτερα ερωτήματα. Και αν κρατούσαμε στα χέρια μας το Κυρηναϊκό φλάουτο των 40.000 χρόνων, θα αντιλαμβανόμασταν πως παρελθόν και παρόν είναι ένα. Πως η αλυσίδα της ανθρώπινης κοινότητας δεν θα σπάσει ποτέ από τυράννους και δημαγωγούς.

Μετάφραση: Γιώργος Παπαγιαννάκης

Το όνειρο ενός γελοίου, του Φ. Ντοστογιέφσκι στο Θέατρο Μορφές Έκφρασης



«Μπορεί τώρα να γελάτε μαζί μου και να με περνάτε για τρελό που πίστεψε σε ένα όνειρο, ένα παραλήρημα, μια παραίσθηση, παιχνίδια του νου.  Παιχνίδια, παιχνίδια και όνειρα. Τι πάνε να πουν παιχνίδια; Σάμπως η ζωή μας δεν είναι ένα παιχνίδι; Δεν είναι ένα όνειρο; Μπορεί τα όνειρα να κρατάνε μόνο μια στιγμή, όμως μπορούμε να τα κάνουμε να διαρκέσουν αιώνια. Χωρίς παιχνίδια και όνειρα υπάρχει μόνο θάνατος, χωρίς παιχνίδια και όνειρα η ζωή είναι μια σκέτη κόλαση.»

Σε αυτή ακριβώς τη δύσκολη συγκυρία, όπου ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται εγκλωβισμένος μέσα στην καθημερινή ματαίωση, το θέατρο Μορφές Έκφρασης επέλεξε να ανεβάσει ένα εκπληκτικό λογοτεχνικό κείμενο που σκοπό έχει να ξαναθυμίσει και να μας δείξει το δρόμο. Τη στιγμή που όλοι, λοιπόν, θέλουν να σου ακυρώσουν το όνειρο, αυτό το έργο γραμμένο από το μεγάλο Ρώσο δημιουργό το 1877, λειτουργεί ως χάρτης προς την έξοδο του λαβυρίνθου, θέλοντας να σε οδηγήσει προς το φως.  

«Το όνειρο ενός γελοίου» αποτελεί ένα αριστούργημα γραφής και πλοκής που καθοδηγεί το θεατή βήμα βήμα από έναν κόσμο εχθρικό για τον άνθρωπο στην άλλη πλευρά, εκεί όπου η ευτυχία γίνεται πράξη. Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί το απόσταγμα της σκέψης, της φιλοσοφίας και της μελέτης του μεγάλου στοχαστή Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ουσιαστικά μεταλαμπαδεύει τις βαθύτερες αξίες και ανάγκες του ανθρώπου, που κάπου έχασε στην πορεία. 

«Πονάει να ξέρεις μόνος την αλήθεια. Όμως, αυτοί δε θα το καταλάβουν, δε θα τη μάθουν ποτέ, γιατί κανείς δε ζει αληθινά, αυτό που θα 'θελε να ζει.»


Ένα όνειρο γίνεται αιτία να αλλάξει ένας άνθρωπος για πάντα. Ένας άνθρωπος που μέχρι εκείνη τη νύχτα, προετοιμαζόταν για να βάλει τέλος στη δίχως νόημα ζωή του. Από το όνειρο και μετά, συνειδητοποιεί την αλήθεια που σαν τυφλός αγνοούσε, ενώ ήταν μπροστά στα μάτια του. Πλέον μπορεί να δει τον κόσμο γύρω του, έναν κόσμο τόσο απίστευτα όμορφο και αληθινό, που μόνο ένας γελοίος άνθρωπος θα μπορούσε έστω και να πιστέψει ότι μπορεί να υπάρξει! Eκεί όπου η ζωή είναι γεμάτη, η ευτυχία πηγάζει από την αγάπη που κρύβουμε μέσα μας και ο άνθρωπος μπορεί να επικοινωνεί, να νιώθει, να χαίρεται που υπάρχει και να ζει αληθινά.


«Όλα εξαρτιώντουσαν από μένα και η ζωή και ο κόσμος. Σκοτώνομαι και όλα καταστρέφονται για μένα. Το σύμπαν ολόκληρο μόλις σβήσω, θα εξαφανιστεί σαν ένα φάντασμα. Οι άνθρωποι και όλος ο κόσμος είναι παράκρουση των αισθήσεών μου.»


Ο Θωμάς Κινδύνης με μια εξαιρετική ερμηνεία μας μετέφερε το λόγο του Ντοστογιέφσκι, εστιάζοντας στις βασικές έννοιες της επικοινωνίας και της αγάπης που πραγματεύεται το έργο. Μια καθόλου στατική παράσταση, καθώς ο ηθοποιός κινείται σε όλη τη σκηνή, ενώ παίξει και μόνος του νότες με μια μικρή φυσαρμόνικα. Στο τέλος της παράστασης οι θεατές δικαίως δε σταματούν να τον χειροκροτούν.  Η σκηνοθεσία της Άννας Σεβαστής Τζίμα απογειώνει την ερμηνεία και τη σκηνική παρουσία του ηθοποιού. Επίσης, πολύ ωραία η μουσική και τα βίντεο.

Ένα έργο που μεταδίδει σημαντικά μηνύματα. Αυτό αξίζει να είναι το θέατρο. Να διαπαιδαγωγεί, να αφυπνίζει και να αποτελεί μια μορφή αντίστασης. Όπως αναφέρει και ο Θ. Κινδύνης στο πρόγραμμα της παράστασης: "Τους ανθρώπους δε τους διαφθείρει ούτε ο πολιτισμός ούτε η παιδεία, ούτε η πρόοδος και η δημιουργία, αλλά μόνο η φτώχεια, η αγραμματοσύνη και η καταπίεση". Ίσως η λύση στα προβλήματα μας να είναι μπροστά στα μάτια μας, το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι ...να ξυπνήσουμε και να ζήσουμε!

Η παράσταση συνεχίζεται για δεύτερη χρονιά. 

Κάθε Κυριακή στις 19.30 στο θέατρο Μορφές Έκφρασης 
Αλκμήνης 13, Κάτω Πετράλωνα

Τηλ: 2103464903 & 2103464002 
Email: morfesekfrasis@gmail.com 
Facebook: facebook.com/morfesekfrasis.gr
Twitter: twitter.com/morfesEkfrasis

Εισιτήρια: Γενική είσοδος:12€ / Προπώληση/κρατήσεις: 10
Άνεργοι με κάρτα ΟΑΕΔ: 7€
Ομαδικά 6 άτομα και άνω: 10€

Ταυτότητα παράστασης
Ερμηνεία: Θ. Κινδύνης
Μετάφραση - Σκηνοθεσία: Άννα Σεβαστή Τζίμα
Διασκευή κειμένου: Θωμάς Κινδύνης
Μουσική: Κωνσταντίνος Ευαγγελίδης
Σκηνικά: Κωνσταντίνα Μαρδίκη
Φωτισμοί – Video προβολές: Παναγιώτης Λαμπής


Μια μικρή γεύση από το τρέιλερ της παράστασης:


Γιάννης Γορανίτης, 24, Εκδόσεις Πατάκη



24 διηγήματα που μιλάνε για την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου και την αδυναμία του να προσαρμοστεί στις αλλαγές της σύγχρονης εποχής, με μια ματιά τρυφερή και συμπονετική. Το κυριότερο όμως δοσμένη με χιούμορ. Καθώς διάβαζα το βιβλίο, πολλές φορές ένιωσα σαν ο συγγραφέας να έκλεινε το μάτι στον αναγνώστη, σαν να του χαμογελούσε. Γιατί, αν και το βιβλίο μιλά για το άγχος του σύγχρονου ανθρώπου, ακόμη και αν γίνεται αρκετά αιχμηρό, επικριτικό και σκληρό, εντούτοις όμως δεν είναι μελαγχολικό.  Η απελπισία λοιπόν δοσμένη με σαρκασμό και χιούμορ.

Ο τίτλος "24" είναι εμπνευσμένος από τις 24 στάσεις του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου της Αθήνας, όπου άλλωστε διαδραματίζονται, εξελίσσονται ή απλώς ξεκινάνε αυτά τα 24 διηγήματα. Μια σπονδυλωτή συλλογή, όπου κάποιες ιστορίες συνεχίζονται σε άλλη στάση, ή εξελίσσονται παράλληλα με άλλες καθώς κάποιοι ήρωες επανεμφανίζονται, μπαινοβγαίνουν στις ιστορίες, καθώς το τρένο διασχίζει την πόλη. Παράλληλα παρεμβάλλονται διάλογοι ανώνυμων συνεπιβατών και παρακλήσεις ζητιάνων που διακόπτουν τη ροή της αφήγησης. 

(Δ): Από ανθρώπους. Ένας μόνο μπορεί να μας σώσει.
(Ε): Ποιος, ρε Μάνθο; Μ’ έσκασες.
(Δ): Ο ξανθός.
(Ε): Ποιος ξανθός; Ο Ιωαννίδης;
(Δ): Ποιος Ιωαννίδης; Ο χουντικός;
(Ζ): Επί χούντας, καλέ, μια χαρά περνάγαμε.
Πείναγε κανείς;
(Ε): Ποιος χουντικός, ρε Μάνθο; Ο Ιωαννίδης, ο προπονητής. Ξανθό δεν τον λέγαμε;
(Ζ): Επί χούντας, καλέ, δεν έβλεπες άστεγο.
(Δ): Ποιος προπονητής, ρε; Ο ξανθός, ο Πούτιν.
Ο Πούτιν θα μας σώσει.


«Από δίπλα του πέρασε ένας άντρας. Απ’ το κορδόνι γύρω από το λαιμό του κρεμόταν ένα χαρτόνι: «ΕΧΩ 7 ΠΑΙΔΙΑ με ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΡΘΥΜΙΑ. Μας ΕΧΕΙ ΔΕΙΞΕΙ Ο ΑΝΤΕΝΑ». Από κάτω πιασμένη με συρραπτικό μια φωτογραφία με τα παιδιά να ποζάρουν γελαστά έξω από μια φρεσκοβαμμένη εκκλησία.» (σ.184)

Η αδιαφορία του πλήθους, οι γρήγοροι ρυθμοί και η αποξένωση της πόλης. Μια Αθήνα που γίνεται ολοένα και πιο απρόσωπη, με ανθρώπους που λιώνουν από μοναξιά, κάτι που είναι ιδιαίτερα εμφανές στα μέσα μαζικής μεταφοράς. 

«Ο Μάνος γέλασε αυθόρμητα. Κανείς άλλος δε χαμογελούσε. Στο μυαλό του γύρισε μια φράση από ένα μυθιστόρημα: οι επιβάτες του τρένου αγοράζουν μαζί με το εισιτήριο και το θλιμμένο ύφος τους, έλεγε – δεν θυμάμαι το συγγραφέα, η μνήμη του πια καχεκτική. Έτσι κι εδώ. Όλοι θλιμμένοι». (σ. 87)

Έντονη ειρωνεία ακόμη και για τον εκδοτικό χώρο, με εμβόλιμες απόψεις του συγγραφέα (σ. 138-139): «Άσε ο Αγουρίδης. Μου έφερε μια συλλογή διηγημάτων για ανθρώπους που συζητάνε στο λεωφορείο για την κρίση. «Αν ήθελε ο αναγνώστης να μάθει για την κρίση, δεν θα διάβαζε το βιβλίο σου» του είπα. «Θα έπαιρνε το λεωφορείο και θα τ’ άκουγε από πρώτο χέρι. Και θα του ερχόταν και φθηνότερα». Ο Μελιδώνης γελά ξανά, η Έλλη τον κοιτά ανέκφραστη.» 

Διάβασα το βιβλίο στις διαδρομές μου στην πόλη. Αν ξεχώριζα κάποια στάση – δηλαδή διήγημα - αυτό θα ήταν το «Ηράκλειο» με ήρωες την Έλλη και τον Παναγιώτη.  Ή τη «Νέα Ιωνία», ή την «Ομόνοια», ή τα «Πευκάκια».  Η Έλλη, η αγαπημένη μου ηρωίδα του βιβλίου – μάλλον και του συγγραφέα – καθώς επανέρχεται ξανά σε κάποιες αφηγήσεις.

Το "24" είναι το πρώτο βιβλίο του Γιάννη Γορανίτη. Ένα βιβλίο γεμάτο έμπνευση, απολαυστική ανάγνωση που αξίζει να τη χαρίσετε στον εαυτό σας. 

Η ανάγνωση ως πάθος...



Όσα βιβλία και αν έχεις διαβάσει, θα είναι πάντα λίγα σε σχέση με όλα όσα αξίζουν την προσοχή και την ανάγνωση σου. Μια ολόκληρη ζωή δεν φτάνει για να απολαύσεις τις λέξεις. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως και περισσότερες ζωές δεν θα αρκούσαν. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τα ταξίδια. Στα μάτια μου τα βιβλία είναι ταξίδια, και τα ταξίδια είναι σαν τις σελίδες ενός βιβλίου που γράφεις νοερά εσύ ο ίδιος. Παράλληλα ο χρόνος τρέχει, η ζωή φεύγει και ατέρμονα κυλά.

Υπάρχει η ανάγνωση ως μανία, ως επαγγελματική διεκπεραίωση, ως υποχρέωση, ακόμη και ως αγγαρεία. Υπάρχει όμως και η ανάγνωση ως πάθος, ως ξεκούραση, ως κομμάτι της ζωής σου. Δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι που έχουν πάθος με την ανάγνωση βιβλίων. Ειδικά στην Ελλάδα, ελάχιστοι. Όπως ακριβώς το blogging δεν είναι αγώνας δρόμου, έτσι αξίζει να συμβαίνει και με την ανάγνωση.  Από τη στιγμή που ένα πάθος γίνεται μανία, από τη στιγμή που χάνεται η αυθεντική ματιά, θολώνει το ένστικτο και το κριτήριο, απαξιώνεται σταδιακά και η ενασχόληση σου.

Κάποιοι ξεχωρίζουν την ανάγνωση από τη ζωή τους. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που η ανάγνωση γίνεται αυτοσκοπός της ύπαρξης τους.  Ναι όσο και να μη το πιστεύεις, υπάρχει  αυτή η μικρή μειοψηφία. Είναι λίγοι στο βουητό του πλήθους. Σε μια χώρα που ελάχιστοι διαβάζουν, υπάρχει μια μειοψηφία που ζει για να διαβάζει. Ποιοι είναι; Ένας μικρός πυρήνας βιβλιομανών. Αυτοί οι ελάχιστοι στηρίζουν και την ανάγνωση, τους νέους συγγραφείς, εκείνους που (σχεδόν) κανένας δε θα επιλέξει για να διαβάσει. Οι πιο γνωστοί Έλληνες συγγραφείς είναι παντελώς άγνωστοι στους Έλληνες.




Πάντως να πούμε και μια αλήθεια. Είναι κρίμα να επιλέγεις τις λέξεις, η ανάγνωση πρέπει να σε ωθεί στη ζωή.  Να μην κερδίζει εις βάρος της, μονομερώς τις εξωτερικές εντυπώσεις. Αυτός θαρρώ αξίζει να είναι ο σκοπός της. Η ανάγνωση να είναι μέρος της ζωής. Το ιδανικό στο μυαλό μου είναι το να σε ωθεί προς μια δίψα για περιπέτεια και διαφυγή. Να διαβάζεις για να γνωρίζεις κάτι καινούργιο, ή να συναισθανθείς μια κατάσταση που δεν έχεις βιώσει  ο ίδιος, ή να παρηγορηθείς για κάτι που και εσύ έζησες, να πάρεις δύναμη για παρακάτω.  Να σε εμπνεύσει για κάτι που αξίζει να αναζητηθεί εκεί έξω. Αλλιώς δυστυχώς καταντά αρρώστια, τολμώ να πω απόλυτη κενότητα. Όπως και η γνώση δίχως την πράξη σταδιακά χάνει την αξία της, έτσι και η ανάγνωση, δίχως τη βίωση, χάνει μέρους του θησαυρού της.

Από τη μια ναι, ο αγαπημένος Πεσσόα είχε δίκιο: η ύπαρξη της λογοτεχνίας φανερώνει ότι η ζωή δεν είναι αρκετή. Μα από την άλλη όμως μας δείχνει συμπεριφορές, χαρακτήρες, τόπους και τρόπους. Θα ήθελα πολύ να γραφτούν βιβλία με όμορφες φωτεινές ιστορίες, θετικές, που να ανοίγουν ίσως δρόμους, που να μας προσέφεραν ξέφωτα, τα οποία θα μας ωθούσαν ξανά με δίψα προς τη ζωή. Να διαβάζεις ένα βιβλίο και να το συνδυάζεις με έναν τόπο που θα ήθελες να περπατήσεις, να περιηγηθείς. Έναν συγγραφέα, με τις γραπτές αποτυπώσεις του, τα χώματα που περπάτησε και που έζησε. Η ανάγνωση θα πρέπει να αποτελεί μια παρότρυνση για ζωή.


* Οι φωτογραφίες προέρχονται από το Shakespeare and Company bookstore, όπως τις έχει αναρτήσει αυτή η blogger
Related Posts with Thumbnails