Ο Θεόφιλος γεννήθηκε στη Μυτιλήνη γύρω στο 1870 και πέθανε στις 24 Μαρτίου 1934. Κυρίαρχο στοιχείο του έργου του είναι η ελληνικότητά και η εικονογράφηση της λαϊκής παράδοσης και ιστορίας. Στην εποχή του ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ υπήρξε στόχος αποδοκιμασιών και χλευασμού. Μετά τον θάνατό του ήρθε η αναγνώριση.
Ερωτόκριτος και Αρετούσα
Η ζωή του Θεόφιλου ήτανε πολύ δύσκολη εξ αιτίας του κόσμου που τον κορόιδευε, επειδή του άρεσε να φορά την παραδοσιακή φουστανέλα και να συζητά μόνο για τις ιστορίες του. Επιπλέον, ήταν αριστερόχειρας, πράγμα που τα χρόνια εκείνα θεωρούνταν μειονέκτημα και σχολιαζόταν αρνητικά από την κοινωνία. Οι γονείς και οι δάσκαλοί του προσπάθησαν με βίαιο τρόπο να τον κάνουν δεξιόχειρα. Ο ιδιόρρυθμος καλλιτεχνικός χαρακτήρας του, έκανε εντονότερα “χλευαστική” την εξωτερική εικόνα του στους γύρω όπου τον οδήγησε να παρατήσει νωρίς το σχολείο και να ασχοληθεί με την αγιογραφία.
Λίμνιος κεχαγιάς
Ανήσυχος κι ονειροπαρμένος, ζώντας σ' ένα δικό του κόσμο, δεν έδειξε καμιά επιμέλεια στα γράμματα, αλλά μοναδικό "μεράκι" ήταν να ζωγραφίζει. Σε ηλικία περίπου δεκαεπτά ετών εγκατέλειψε το οικογενειακό του περιβάλλον και εργάστηκε ως θυροφύλακας («Καβάσης») στο Ελληνικό Προξενείο της Σμύρνης. Εκεί έμεινε λίγα χρόνια, πριν εγκατασταθεί στην πόλη του Βόλου, κάνοντας ευκαιριακές δουλειές, όπου θα περάσει περίπου 30 χρόνια της ζωής του, και θα αφήσει πλήθος σημαντικών έργων του.
παράλιον χωρίον της Μυτιλίνης ή Βαρειά
Ζωγραφίζει σε καφενεία, ταβέρνες, χάνια, στο χωριό Μηλιές του Βόλου, φιλοτεχνεί την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, αλλά και πολλά σπίτια, ελαιοτριβεία, φούρνους, μύλους κ.α. Στο Βόλο ζωγραφίζει και πλήθος επιγραφών στα προσφυγικά των εκδιωχθέντων από την Μικρά Ασία. Δυστυχώς, πολλά από τα έργα του έχουν καταστραφεί είτε από σεισμούς και πυρκαγιές, είτε από κατεδαφίσεις και αμέλεια.
ο Αθανάσιος Διάκος το 1821
Υπήρξε πάντοτε ιδιαίτερα φτωχός, και συχνά ζωγράφιζε τοίχους καφενείων ή σπιτιών για ένα κερδίσει μονάχα ένα πιάτο φαγητό. Εξίσου συχνά έπεφτε θύμα εμπαιγμού και περιφρόνησης ειδικά λόγω της επιλογής του, από μια ηλικία και μετά, να εγκαταλείψει τον ευρωπαϊκό τρόπο ένδυσης και να φοράει φουστανέλα, όπως οι ήρωες που απεικόνιζαν τα έργα του. Η αγάπη του για την πατρίδα και η καλλιτεχνική φύση του τον οδήγησαν ακόμα να διοργανώνει θεατρικές λαϊκές παραστάσεις με παιδιά των γύρω χωριών.
Το 1927 ο Θεόφιλος επιστρέφει στη Μυτιλήνη. Παρά τα πειράγματα του κόσμου συνεχίζει να ζωγραφίζει. Για τον Θεόφιλο μαθαίνει ο εκδότης Στρατής Ελευθεριάδης-Τεριάντ, που μένει στο Παρίσι κι έχει φίλους τους διασημότερους ζωγράφους της εποχής. Eίναι πρώτη φορά που νιώθει αναγνώριση, επιπλέον συνέβαλλε αρχικά στη βελτίωση των συνθηκών επιβίωσής του και μετέπειτα (δυστυχώς μετά θάνατον) στην σταδιακή αναγνώριση του έργου του ώσπου το υπουργείο Πολιτισμού χαρακτήρισε το έργο του «χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας». Τον Μάρτη του 1934, παραμονές του Ευαγγελισμού, βρίσκουνε τον Θεόφιλο νεκρό.
Η ωραία Αδριάνα των Αθηνών
Ως το Σεπτέμβριο του 1935, ένα χρόνο μετά το θάνατο του, μνεία στο όνομά του γίνεται μόνο σε μερικά δημοσιογραφικά κείμενα. Στις 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου δημοσιεύεται στα Αθηναϊκά Νέα μια συνέντευξη του Teriade με τίτλο «Μια καλλιτεχνική ανακάλυψη. Ένας άγνωστος μεγάλος Έλληνας λαϊκός ζωγράφος, ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ» και την επόμενη χρονιά οργανώνεται από τον Teriade έκθεση έργων του στο Παρίσι.
Το Τίναγμα των ελαίων
Ο Τάκης Μπαρλάς αποκαλεί τον Θεόφιλο «Παπαδιαμάντη της ζωγραφικής», ενώ ο Γιώργος Σεφέρης, ο οποίος το 1947 μιλάει για τον καλλιτέχνη σε έκθεση έργων του στο Βρετανικό Συμβούλιο Αθηνών, τον συσχετίζει με τον Μακρυγιάννη. Σύντομα, το όνομα και το έργο του ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο. Λίγα χρόνια μετά, εκθέτουν τα έργα του στο Λούβρο. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους.
οι αγωνιστές για τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας
Ο Οδυσσέας Ελύτης, έγραψε: «Επιστρέφοντας από την Αμερική, τον Ιούνιο του 1961, σταμάτησα για λίγες μέρες στο Παρίσι και, καθώς βγήκα να χαζέψω στους δρόμους, το πρώτο πράγμα που είδα ήταν, σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου όπου συνήθιζα να πηγαίνω άλλοτε, τη μεγάλη αφίσα της Έκθεσης του Θεόφιλου, που είχε ανοίξει ακριβώς εκείνη την εβδομάδα στις αίθουσες του Λούβρου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά. Ε, λοιπόν, ναι. Υπήρχε δικαιοσύνη σ’ αυτόν τον κόσμο».
ο Φρίξος επί του χρυσομάλλου κριού και η Έλλη
Ο Teriade χρηματοδοτεί την ίδρυση του Μουσείου Θεόφιλου, που άνοιξε το 1965, στη γενέτειρά του Βαρειά στη Λέσβο, όπου φιλοξενούνται 86 πίνακες του ζωγράφου. Επίσης ως μουσείο Θεοφίλου λειτουργεί το αρχοντικό Χατζηαναστάση, γνωστό σήμερα ως οικία Κοντού, στην Ανακασιά του Δήμου Ιωλκού, τους τοίχους του οποίου φιλοτέχνησε ο ζωγράφος γύρω στο 1912.
Σχετικά links:
Μουσείο Θεόφιλου
istorikathemata
wikipedia